ΑΡΘΡΑ

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ…. Ο ΙΟΥΔΑΣ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ…. Της αλειψάσης τον Κύριον μύρω

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

O IOYΔΑΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ
«Ὤ τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος!» (αἶν. Μ. Τετ.)

Η γῆ, ἀγαπητοί μου, ὁ μικρὸς αὐτὸς πλανήτης, ἦταν ἐποχὴ ποὺ ἦταν καθαρὴ ἀπὸ ἐγκλήματα. Τὸ πρῶτο ἔγκλημα ἔγινε ὅταν ὁ Κάϊν ἐφόνευσε τὸν ἀδελφό του Ἄβελ. Ἀπὸ τό­τε μολύνθηκε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μολύνεται.
Ἀναρίθμητα τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔχουν γίνει. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἀπ᾽ ὅλα εἶνε αὐτὸ ποὺ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες μᾶς μαζεύει στὴν ἐκκλησία, τὸ ἔγκλημα κατὰ τοῦ Θεανθρώπου. Ἴλιγγος σὲ πιάνει ἂν σκεφθῇς ὅτι τὸ σκουλήκι τῆς γῆς, ὁ ἐλεεινὸς ἄνθρωπος, σκότωσε τὸ Δημιουργό του, τὸν Κτίστη τῶν ἁπάντων! Ἔ­φθασε στὸ ναδὶρ τῆς ἀθλιότητος. Καὶ ὅπως σὲ κάθε ἔγκλημα ὑπάρχουν φυσικοὶ καὶ ἠθικοὶ αὐτουργοί, ἔτσι καὶ στὸ ἔγκλημα αὐτό. «Ὄ­ψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν» (Ἰω. 19,37). Ἔνοχοι εἶ­νε οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ σαδδουκαῖοι, ὁ Ἄννας καὶ ὁ Καϊάφας, ὁ Πόντιος Πιλᾶτος καὶ ὁ ὄχλος ποὺ φώναζε «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (ἔ.ἀ. 19,15).
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλους ἔνοχος εἶνε ὁ Ἰούδας. Τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πιλᾶτο· Κ᾽ ἐ­­σὺ ἔχεις εὐθύνη, ἀλλὰ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία ἔχει ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρέδωσε σ᾽ ἐσένα (βλ. ἔ.ἀ. 19,11). Γι᾽ αὐτὸ ἡ ὑμνολογία γιὰ τὸν Ἰούδα χρησι­μοποιεῖ τὰ πιὸ σκληρὰ λόγια· «δοῦλος», «δόλι­ος», «ἐπίβουλος», «διάβολος», «προδότης»…
Ἂς δοῦμε τὴν καταγωγή του καὶ τί ἦταν ἐ­κεῖνο ποὺ τὸν ἔσπρωξε στὸ ἔγκλημα.

* * *
Ὁ Ἰούδας δὲν ξεφύτρωσε ἔτσι· κάποια μάνα τὸν γέννησε καὶ τὸν θήλασε, ἕ­νας πατέρας τὸν ἀνέθρεψε, ἕνα χωριὸ τὸν με­γάλωσε. Γεννήθηκε στὴν Ἰουδαία, στὸ χωριὸ Καριώθ (Ἰερ. 31,24), ἐξ οὗ καὶ Ἰσκαριώτης. Ἔχει σημασία ἡ καταγωγή. Ὅπως ὅταν πᾷς πάνω ἀπὸ ἕνα πηγάδι καὶ φωνάξῃς ἀκοῦς τὸν ἀντίλαλο τῆς φω­νῆς σου, ἔτσι καὶ τὰ παιδιὰ εἶνε ἡ ἠχὼ τῆς κοι­νωνίας ποὺ τὰ διαμορφώνει. Οἱ ἄλλοι ἕνδεκα μαθηταὶ ἦταν ψαρᾶδες καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, ἀπὸ μέρη ταπεινὰ καὶ μὲ εὐγενέστε­ρους ἀνθρώπους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατοι­κοῦ­σαν στὴν περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας.
Δὲν μποροῦμε πάντως νὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι ὁ Ἰούδας, μολονότι προϊὸν μιᾶς κακῆς κοινωνί­ας, εἶχε καὶ καλὲς διαθέσεις. Δὲν ὑπάρχει ἐγ­κληματίας ποὺ δὲν ἔχει καὶ κάποια καλὴ διάθεσι· ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἅγιος χωρὶς κάποιο ἐλάττωμα. Ἕνας εἶνε ὁ τέλειος καὶ ἀναμάρτητος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅλα τὰ ἀνθρώπινα τὰ σκιάζει ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ ἁμαρτία.
Ὁ Χριστὸς τίμησε τὸν Ἰούδα ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους μαθητάς. Δὲν ἔκανε διακρίσεις ὅπως κάνουν κάποιοι γονεῖς στὰ παιδιά τους. Δὲν τὸν στέρησε ἀπὸ τίποτα, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκ­κλησία (βλ. κάθ. ὄρθρ. Μ. Παρ. πρὸ τοῦ Γ΄ εὐαγγ. «Ποῖός σε τρόπος, Ἰούδα…»). Δὲν τὸν χώρισε ἀπὸ τὸν ὅ­μιλο τῶν ἀποστόλων. Τοῦ ἔδωσε, ὅπως καὶ σ᾽ ἐκείνους, τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύῃ ἀ­σθένειες καὶ τὴν ἐξουσία νὰ βγάζῃ δαιμόνια. Τὸν ἔστειλε, ὅπως κ᾽ ἐκείνους, στὸ κήρυγμα καὶ τὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Ὅταν στὴν ἔρη­μο εὐλόγησε τὰ πέν­τε ψωμιὰ καὶ χόρτασε ὁ κόσμος καὶ περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια μὲ κλάσματα, ἔδωσε καὶ σ᾽ αὐτὸν ἕνα κοφίνι. Κι ὅταν τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης πῆρε νιπτῆρα – λεκάνη κ᾽ ἔ­πλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν, ἔπλυνε καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἰούδα, ἂν καὶ γνώριζε ὅτι ὕ­στερα ἀπὸ λίγη ὥρα θὰ πάῃ νὰ τὸν προδώσῃ. Κι ὅ­ταν κάθησε στὸ τραπέζι καὶ εἶχε ὑπ᾽ ὄψι τὸ σκοπό του, δὲν τὸν προσέβαλε· ἐνῷ μποροῦ­σε νὰ τοῦ πῇ, Προδότη, ἀχάριστε κ.λ., ἔδειξε ἀ­νεξικακία καὶ πραότητα. Εἶπε μόνο «Κάποιος ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ προδώσῃ» (Ματθ. 26,21). Κ᾽ ἐνῷ ὅλοι ἀ­νησύχη­σαν, κι ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ ἄλλοι, ἕ­νας μόνο ἔμεινε ἀσυγκίνητος, ὁ Ἰούδας. Τί κι ἂν Χριστὸς μὲ ἀγάπη τοῦ προσέφε­ρε «τὸ ψωμί­ον» βουτηγμένο στὸ «τρύβλιον» (ἔ.ἀ. 26,23. Μᾶρκ. 14,20. Ἰω. 13,26-27); ἐκεῖνος ἔμεινε ἀναίσθητος. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἔφυγε ἀπὸ τὸ δεῖπνο.
Ὅταν ὁ Ἰούδας ἔφυγε ἀπὸ τὸ μυστικὸ δεῖ­πνο καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ ὑπερῷο εἶχε νυχτώσει· σκο­τάδι ἔ­ξω, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι μέσα του. Ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη πλέον «μπῆκε ὁ διάβολος στὴν καρδιά του» (Ἰω. 13, 30,2,27). Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥ­ρα ἐπανέρχεται γιὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ἀνόσιο σκοπό του. Ξέρει καλὰ τὸ μέρος ποὺ συνηθίζει ὁ Χριστὸς νὰ πηγαίνῃ γιὰ προσευχή. Μέσ᾽ στῆς νύ­χτας τὰ σκο­τάδια βαδίζει τώρα καὶ σὲ λίγο φθάνει στὸν κῆπο τῆς Γεθση­μανῆ, ὄχι ὅμως μόνος. Ἔρχεται ὡς ὁδηγὸς ὁλόκληρης σπείρας, ἐπὶ κε­φα­λῆς ὄ­χλου καὶ στρατιωτῶν, σταλ­μένων ἀ­πὸ τοὺς ἀρ­χιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους καὶ γραμματεῖς μὲ φανοὺς καὶ λαμπάδες. Κρατοῦν μαχαί­ρια καὶ ῥόπαλα, γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Ἄοπλο. Κι ὅταν πλησίασε τὸ Χριστό, τοῦ ἔδωσε φίλημα – αὐτὸ ἦταν τὸ συμφωνημένο σῆμα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς ὑποδείκνυε ποιός εἶνε ὁ καταζητούμενος, ὥστε νὰ τὸν συλλάβουν μὲ ἀσφάλεια. Καὶ ὁ Χριστὸς τί κάνει; Δὲν τοῦ λέει καμμιά ὑβριστικὴ λέξι. Τοῦ εἶπε μόνο· «Φίλε, μὲ φίλημα προδίδεις τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 26,50. Λουκ. 22,48).
Τέτοια εἶνε πάντοτε τὰ φιλήματα τῆς προδοσίας, φιλήματα ὑποκριτικά. Μὲ τὸ φίλημα ποὺ ἔδωσε ὁ Ἰούδας στὸ Χριστὸ μοιάζουν τὰ φιλήματα ποὺ δίνουν π.χ. οἱ ἄπιστες γυναῖκες στοὺς συζύγους τους ἀλ­λὰ καὶ οἱ ἄπιστοι ἄν­τρες στὶς συζύγους τους. Ἄχ αὐτὰ τὰ φιλήμα­τα! Τί τραβᾶνε οἱ σύζυγοι στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθορᾶς! Ἐνῷ ὁ ἄντρας ἱδρώνει στὸ χωράφι ἢ κουράζεται στὸ κατάστημα ἢ ζαλίζεται στὴν ὑπηρεσία του, ἡ γυναίκα του βρίσκει εὐκαιρία καὶ ὀργιάζει μὲ κάποιον ἄλλο· κ᾽ ὅταν ὁ σύζυγος ἐπιστρέφῃ ἀπ᾽ τὴ δουλειά του κουρασμένος, αὐτὴ τοῦ δίνει ἀπατηλὰ φιλήματα καὶ τὸν καθησυχάζει. Αὐτὰ εἶνε τὰ φιλή­ματα τῆς ἀπίστου γυναικός· ὅπως, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν καὶ τὰ φιλήματα τοῦ ἀπίστου ἀνδρὸς πού, ἐνῷ ἀπατᾷ τὴ γυναῖκα του μὲ τὴ μιὰ καὶ μὲ τὴν ἄλλη, ὅταν γυρίζει στὸ σπίτι ἀσπάζεται τὴ σύζυγό του καὶ τῆς λέει πὼς τὴν ἀγαπᾷ, γιὰ νὰ τὴν ἀποκοιμίζῃ. Φιλήματα Ἰούδα εἶν᾽ αὐτά. Πόσο ἀξι­ολύπητη εἶνε ἡ γυναίκα ὅταν ὁ ἄντρας της τῆς δίνῃ τέτοια ἀπατηλὰ φιλήματα, καὶ πόσο ἀξι­ολύπητος ὁ ἄντρας ὅταν δέχεται τέτοια φιλήματα ἀπὸ τὴ μοιχαλίδα σύζυγό του! Οἱ πιστοὶ αὐτοὶ σύζυγοι ζοῦν ἕνα μαρτύριο, κάτι τὸ ἀφάνταστο, ποὺ μόνο ὅταν κανεὶς ἐγκύπτει στὴν σκηνὴ τοῦ φιλήματος τοῦ Ἰούδα στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ μπορεῖ νὰ τὸ συλλάβῃ. Προτιμότερο νὰ σὲ δαγκώνῃ φίδι παρὰ νὰ σὲ ἀσπάζεται ἀ­πατηλὰ σύζυγος ποὺ ἔχει ἀθετήσει τὶς ἱερὲς ὑ­ποσχέσεις τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου καί, ἐνῷ ὑποκρίνεται ὅτι σὲ ἀγαπᾷ, στὸ βάθος τῆς καρ­διᾶς ἔχει ἐγκαταστήσῃ κάποιο ἄλλο πρόσωπο (πρβλ. Σ. Σειρ. 21,2).
Μὲ φίλημα λοιπὸν ὁ Ἰούδας προδίδει τὸν Κύριο. Καὶ ὅμως ὁ Χριστὸς καὶ πάλι μὲ ὅλη του τὴν ἀγαθότητα τοῦ ἀπαντᾷ· «Φίλε, μὲ φίλημα προδίδεις τὸν διδάσκαλό σου;». Ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ φαίνεται ὅτι ὁ Ἰούδας δὲν εἶχε καν­ένα σσε νὰ ἔχῃ. Ὁ Χριστὸς τὸν ἀγάπησε σὰν τὴ μάνα του καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ μάνα του, τὸν ἀ­γάπησε σὰν πατέρας· τὸν εἶχε παιδί του ἀ­γαπημένο, ὅπως ὅλους τοὺς μαθητάς, καὶ ποτέ δὲν τὸν παραγκώνισε. Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἐνοχὴ τοῦ Ἰούδα εἶνε μεγάλη.

* * *
Γεννᾶται λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀπορία· γιατί πρόδωσε ὁ Ἰούδας τὸν Κύριο;
Πολλὲς ἑρμηνεῖες θὰ μπορούσαμε ν᾽ ἀναφέρουμε, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ κάνουμε διάλεξι. Ὅσοι μελέτησαν τὸ δύσκολο πρό­βλημα τοῦ Ἰούδα, εἶπαν ὅτι ἡ ψυχή του εἶνε ἄ­βυσσος. Ἐὰν γιὰ κάθε ἄνθρωπο εἶνε δύσκολο ἢ καὶ ἀ­δύνατον νὰ καταδυθοῦμε στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του, πολὺ περισσότερο δύσκο­λο εἶνε νὰ εἰσέλθουμε στὰ βάθη τῆς ψυ­χῆς τοῦ Ἰούδα. Σύμφωνα πάντως μὲ τὴν πατερικὴ ἑρμηνεία καὶ τὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας ἡ κυρία αἰτία τῆς προδοσίας εἶνε μία, ἐκείνη ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ εὐαγγελισταί· εἶνε ἡ φιλαργυρία, ἡ ἀγάπη στὸ χρῆμα. Μέσ᾽ στὴν καρ­διὰ τοῦ Ἰούδα ὑπῆρχε ἕνα ἀγκάθι. Ὅπως σ᾽ ἕ­να περιβόλι φυτρώνουν ἀγκάθια, καὶ ἂν δὲν τὰ καθαρίσῃ ὁ κηπου­ρός, μπορεῖ αὐτὰ νὰ ἐξαπλωθοῦν καὶ νὰ γεμίσουν τὸ ἔδαφος, ἔτσι καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰούδα ἔμεινε αὐτὸ τὸ ἀγκάθι.
Δὲν ὑπάρχει πιὸ φαρμακερὸ πάθος ἀ­πὸ τὴ φιλαργυρία. «῾Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α΄ Τιμ. 6,10). Αὐτὴ ἡ κακὴ ῥίζα φύτρωσε μέσα του καὶ ἡ ψυχὴ του ἔγινε ὄχι κάκτος ἀλλὰ ἀκανθὼν ὁ­λό­κληρος. Ἔτσι ἡ φιλαργυρία τὸν ὡδήγησε μέχρι τὸ ἀπίστευτο σημεῖο νὰ πουλήσῃ τὸ Διδάσκαλό του γιὰ τριάντα ἀργύρια, πο­σὸ ἐξευτελιστικό, ὅσο δηλαδὴ πουλοῦσαν τότε ἕνα δοῦλο στὰ ἀνθρωποπάζαρα.
Ὁ Ἰούδας δὲν δικαιολογεῖται. Κι ἂν ἀκόμα γίνονταν χρυσᾶ τὰ ἀστέρια καὶ ἡ γῆ μὲ ὅλα τὰ βουνά της καὶ τοῦ τὰ προσέφεραν γιὰ νὰ προ­δώσῃ, καὶ πάλι δὲν ἔπρεπε νὰ πωλήσῃ «τὸν ἀτίμητον» (αἶν. Μ. Τετ.), ἐκεῖνον ποὺ ἡ ἀξία του δὲν μπορεῖ νὰ ὑπολογισθῇ, εἶνε ἀνυπέρβλητη.

Ὁ ἸΟΎΔΑΣ ΜΕΤᾺ ΤῊΝ ΠΡΟΔΟΣΊΑ
ΕΙΝΕ μυστήριο, ἀγαπητοί μου, πῶς ὁ μαθη­τὴς ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ προδώσῃ τὸν Διδάσκαλό του. Ἡ φιλαργυρία εἶνε ἡ αἰτία ποὺ ὁ Ἰούδας προτίμησε ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ λίγα νο­μίσματα. Αὐτὴ τὸν ἔκανε νὰ φθάσῃ στὴν προδοσία. Ἂς δοῦμε τώρα τί ἀκολούθησε κατόπιν.

* * *
Μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔγκλημα, ἀγαπητοί μου, καὶ ὁ πιὸ εἰ­δε­χθὴς δράστης ἔχει τύψεις συνειδή­σεως. Οἱ τύψεις ὡς ἐσωτερικὴ φωνὴ εἶνε ἀ­πόδειξις ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἕνας φιλόσοφος εἶ­πε· Δυὸ πράγματα μὲ πείθουν ὅτι ὑπάρχει Θεός· ὁ ἔναστρος οὐρανός, ποὺ εἶνε πάνω ἀ­πὸ μᾶς, καὶ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ποὺ εἶνε μέσα μας. Κάνεις τὸ ἔγκλημα καὶ δὲν τὸ ξέρει κανείς· καὶ ὅμως μέσα σου ἔχεις κάρβουνο ἀ­ναμμένο. Μπορεῖ νὰ χορεύῃς καὶ νὰ διασκε­δάζῃς, ἀλλὰ μόλις τὸ θυμηθῇς, ὅπως περιγρά­φει κάπου ὁ Σαίξπηρ, πέφτουν καὶ τὰ χρυσᾶ κουταλοπίρουνα ἀπ᾽ τὰ χέρια σου. Ἡ φωνὴ «Εἶσαι ἔνοχος!…» εἶνε αἰτία ποὺ πολλοὶ ἄν­θρωποι σήμερα περπατοῦν μελαγχολικοί.
Καὶ ὁ Ἰούδας, ποὺ διέπραξε τὸ μεγάλο ἔγ­κλημα, δὲν γλύτωσε ἀπὸ τὶς τύψεις. Δὲν περί­μενε ἴσως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ φτάσῃ στὸ θάνατο· φανταζόταν μᾶλλον ὅτι τὴν τελευταία στι­γμὴ θὰ κάνῃ κάποιο θαῦμα καὶ θὰ διαφύγῃ ὅ­πως ἄλλοτε· ἔτσι, καί αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ κέρδιζε τὰ χρήματα καί ὁ Χριστὸς θὰ ἔβγαινε πιὸ δοξασμένος… Ἴσως αὐτὰ νὰ εἶχε στὸ νοῦ του. Ὅταν ὅμως εἶδε ὅτι ὁ Πιλᾶτος ὑπέγραψε πλέ­ον τὴν σταυρικὴ θανάτωσί του, τότε συνειδη­το­ποίησε τὸ φρικτὸ ἔγκλημά του, ποῦ τὸν εἶχε ὁ­δηγήσει ὁ σατανᾶς, καὶ «μετεμελήθη», μετανό­ησε. Ἐπέστρεψε τὰ τριάντα ἀργύρια στοὺς ἀρ­χιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους καὶ τοὺς εἶπε· «Ἥ­μαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (Ματθ. 27,3-4).
Μετανόησε, ἀλλὰ ἡ μετάνοιά του δὲν ἦταν σωστή. Διότι ὑπάρχει μετάνοια ψευδὴς καὶ μετάνοια ἀληθινή. Ἁμάρτησε καὶ ὁ Πέτρος τὸ ἴδιο βράδυ, ἀλλὰ ἐκεῖνος «ἔκλαυ­σε πικρῶς» (Ματθ. 26,75. Λουκ. 22,62), ἡ μετάνοιά του ἦταν εἰλικρινὴς καὶ ὁ Χριστὸς τὴ δέχθηκε. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστο­μος λέει ὅτι, ἐὰν ὁ Ἰούδας τὴν ὥρα ποὺ κατάλαβε τὸ ἔγκλημά του πήγαινε στὸ Χριστό ―δὲν εἶχε ἀκόμα ἐκπνεύσει στὸ σταυρό― καὶ γονάτιζε στὰ πόδια του καὶ ἔλεγε «Δάσκα­λε, σὲ πρόδωσα· μετανοῶ», νά ᾽στε βέβαιοι ὅ­τι ὁ Χριστός, κοντὰ στοὺς ἑπτὰ λόγους του ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, θά ᾽λεγε κ᾽ ἕναν ὄγδοο λόγο, «Ἰούδα, σὲ συγχωρῶ», κι ὁ Ἰούδας θὰ ἐπανερ­χόταν. Ἀλλὰ δὲν μετανόησε ὁ Ἰούδας· ἦταν ψευδὴς ἡ μετάνοιά του, ἦταν ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωσις· δὲν ἔκανε τὰ ἡρωικὰ βήματα ποὺ ἔπρεπε. Ἡ μετάνοια εἶνε ἡ ἡρωικώτερη πρᾶ­ξις ποὺ καλεῖται νὰ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος. Εἶ­νε ἡ­ρωισμός, λέει ὁ ῾Ρῶσος Ντοστογιέφσκυ, τὸ νὰ πηγαίνῃ κάποιος στὸν πνευματικό, νὰ γονα­τίζῃ μπροστά του καὶ νὰ ὁμολογῇ ὅτι ἁμάρτη­σε. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάνῃ καὶ ὁ Ἰούδας. Ὁ ἑκα­τόνταρχος, γνώρισε τὸ Χριστὸ μόνο γιὰ 1 – 2 ὧ­ρες, καὶ εἶπε «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54) καὶ ἁγίασε (ἑορτάζει 16 Ὀκτωβρίου).
Εἶνε μεγάλη ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ μὴν ἀπελπιζώμαστε. Ξέρετε τί εἶνε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τί εἶνε οἱ ἁμαρτίες μας; Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶνε θάλασσα καὶ οἱ ἁμαρτίες μας κάρβουνα ἀναμμένα. Ἄλλος ἔχει λίγα κάρβου­να, ἄλλος ἕνα μαγκάλι, ἄλλος δύο, ἄλλος τρία, ἄλλος ἔχει ἕνα ὁλόκληρο βουνὸ κάρβουνα. Ἀλλ᾽ ὅσο πολλὰ κι ἂν εἶνε τὰ κάρβουνα, ἡ θάλασσα νικᾷ τὴ φωτιά. ῾Ρίξτε, ἀδελ­φοί μου, τὰ κάρβουνά σας στὸ ἀπέραντο πέλαγος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δεχτῇ καὶ τὸν πιὸ μεγά­λο ἁμαρτωλό, καὶ τὸν Ἰούδα καὶ τὸν Πέτρο καὶ τοὺς πάντας. Τὸ εἶπα καὶ τὸ ἐπανα­λαμβάνω· δὲν θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Χριστὸς δι­ότι ἁμαρτάνουμε – τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπινο· θὰ μᾶς δικάσῃ διότι δὲν μετανοοῦμε.

* * *
Ποιό εἶνε, ἀδελφοί μου, τὸ μάθημα – τὸ δίδα­γμα ἀπὸ τὸν Ἰούδα; Ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα εἶνε ἡ φιλαργυρία, τὸ ν᾽ ἀγα­πᾷς τὰ λεφτά. Εἶνε ψώρα, εἶνε λέπρα τῆς ἀν­θρωπότητος. Καὶ δυστυχῶς τὸ μικρόβιο αὐ­τὸ εἶνε πολὺ διαδεδομένο. Δὲν φοβοῦμαι τὸν καρ­κίνο ἢ τὴ φθίσι ὅσο τὸ μικρόβιο τῆς φιλαρ­γυρί­ας. Περισσότερο κι ἀπὸ τὴν πορνεία καὶ τὴ μοι­χεία καὶ ἄλλα, ἡ φιλαργυρία σείει τὸν κόσμο.
Νὰ φέρω μερικὰ παραδείγματα;
⃝ Γιὰ τὰ τρι­άκοντα ἀργύρια ὁ ἔμπορος ἐκεῖ­νος, ὄχι ὅλοι, δὲν ἀρκεῖται στὸ νόμιμο κέρδος, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ βγάλῃ περισσότερα. Ἔτσι τὸν καιρὸ τῆς κατοχῆς ἐμφανίσθηκε στὴν πατρίδα μας ἡ «μαύρη ἀγορά»· καὶ ἐνῷ οἱ ἀπο­θῆ­κες ἦταν γεμᾶτες, πέθαναν χιλιάδες Ἕλληνες· τά ᾽χω ζήσει τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ ἔχω ἄ­πειρα παραδείγματα. Πεινοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ πουλοῦσαν τὰ δαχτυλίδια τους, τὶς εἰκόνες τους, τὰ πάντα· «μιὰ φούχτα ἀλεύρι (ἢ καλαμπόκι) – μιὰ φούχτα χρυσάφι» κατὰ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Πέθαναν πολλοὶ ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας τῶν κερδοσκόπων. Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλα νερά· ὁ ᾅδης μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς· ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία δὲν θὰ πῇ ποτέ, Φτάνει.
⃝ Γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια ὁ ἄλλος χάνει καὶ τὴ ζωή του. Ὁ ἐρωμένος, ὅταν πλησιάζῃ ὁ θάνατος, ἀφήνει τὴν ἐρωμένη του, ἀλλὰ ὁ φιλάρ­γυρος δὲν ἀφήνει τὰ λεφτά. Ἔχω ἕνα παράδει­γμα τρομακτικό. Κάποιον τὸν ἔπιασε ἔμφραγμα μέσα στὸ ἁμάξι σὲ ἀπόστασι 50 – 100 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸ σπίτι του. Ὁ ὁδηγὸς τὸν παρακαλοῦσε νὰ διακόψουν καὶ νὰ φρον­τίσουν γιὰ ἀνάπαυσι καὶ πρῶτες βοήθειες, ἀλλὰ ἐκεῖνος ζητοῦσε ἐπιμόνως νὰ τὸν πάῃ στὸ σπίτι του, (ὅπου εἶχε τὸ χρηματοκιβώτιο). Τέλος ὕστερα ἀπὸ μιὰ δραματικὴ διαδρομὴ ἔφθασαν στὸ σπίτι του, ἀλλὰ ἦταν πλέον ἀργά· σὲ λίγο τὸν βρῆκε ὁ θάνατος χαϊδεύοντας τὰ χαρτονομίσματα. Ἡ φιλαργυρία τοῦ πῆρε τὴ ζωή.
⃝ Γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια ἀδέρφια, ποὺ τὰ γέννησε μιὰ μάνα κ᾽ ἕνας πατέρας, τρέχουν στὰ δικαστήρια καὶ γιὰ ἕνα κομμάτι γῆς φτάνουν μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο. Γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια νέοι Κάϊν γίνονται ἀδελφοκτόνοι καὶ ἐκτυλίσσονται οἰκογενειακὰ δράματα.
⃝ Γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια τῆς ἀτιμίας ἡ καλομαθημένη κόρη δὲν ἀντιστέκεται στὸν πειρασμὸ ἀλλὰ πουλάει τὸ κορμί της, ἐμπορεύεται τὴν τιμή της, γιὰ τὸ ἄθλιο χρῆμα.
⃝ Γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια ὁ νέος ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε στὴ φτωχὴ κοπέλλα «Σ᾽ ἀγαπῶ καὶ θὰ σὲ πάρω», ὅταν ὕστερα παρουσιάζεται ἡ ἄλλη μὲ τὰ λεφτὰ καὶ τὰ διαμερίσματα, ἀθετεῖ τὴν ὑπόσχεσί του, ἀφήνει τὴ μιὰ καὶ παίρνει τὴν ἄλλη. Εἶνε Ἰούδας· ὅπως ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸν Διδάσκαλο, ἔτσι αὐτὸς προδίδει ἕνα τίμιο κορίτσι τοῦ λαοῦ.
⃝ Νὰ προχωρήσω; Εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δούλεψαν ἐπὶ χρόνια ἀπὸ τὴ θέσι τοῦ ἱεροκή­ρυκος γιὰ νὰ καθαρίσῃ στὸν τόπο μας ἡ ἐκ­κλησία ἀπὸ τὰ σκάνδαλα. Διότι φτάσαμε στὸ σημεῖο ἐχθροὶ τῆς πίστεως νὰ τὴν κατηγοροῦν ὅτι κατήν­τησε «μαγαζί», μὲ τὰ τυχερὰ τῶν πα­πάδων καὶ μὲ τὰ τιμολόγια τῶν μυστηρίων καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκοσμίκευσι. Ὄχι, ἡ ἐκ­κλησία δὲν εἶνε μαγαζί. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω οὔτε μιὰ μέρα νὰ εἶ­μαι ἐπίσκοπος ἀνεχόμενος καταστάσεις, ποὺ θὰ μεταβάλλουν τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ «οἶκον προσ­ευχῆς» (Ἠσ. 56,7. Ματθ. 21,13. Μᾶρκ. 11,17. Λουκ. 19,46) σὲ «οἶκον ἐμ­πορίου» (Ἰω. 2,16) καὶ «σπήλαιον λῃστῶν» (Ἰερ. 7,11. Ματθ. ἔ.ἀ.. Μᾶρκ. ἔ.ἀ.. Λουκ. ἔ.ἀ.). Ἡ ἐκ­κλησία μας θὰ ἀνορθωθῇ, θὰ γίνῃ ὅπως ἦταν στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὰ εὐλογημένα μας μέρη· καὶ ὁ κάθε Χριστιανὸς θὰ βλέπῃ ὅτι ὁ παπᾶς κι ὁ δεσπότης δὲν εἶνε ἐπαγγελματί­ες καὶ ἐκμεταλλευταὶ ἀλλὰ ὑπηρέτες Χριστοῦ, ὄχι Ἰοῦδες ἀλλὰ συνεχισταὶ τῶν ἀποστόλων.
⃝ Θέλετε νὰ προχωρήσουμε; Ἂς πᾶμε καὶ πιὸ πέρα, στοὺς παγκοσμίους πολέμους. Ἡ μικρή μας πατρίδα, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία της, ἔ­κανε πάντοτε ἀγῶνες ἀμυντικοὺς καὶ ἀπελευ­θερωτικούς. Οἱ μεγάλοι παγ­κόσμιοι πόλεμοι γιατί ἔγιναν; Ἂν πάρῃς τὶς δι­ακηρύξεις καὶ τὰ συνθήματά τους καὶ τὰ βά­λῃς στὸ «χημεῖο» καὶ τὰ ἀναλύσῃς, θὰ δῇς ὅτι πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα λόγια κρύβονται πάλι τὰ τριάκοντα ἀρ­γύρια (πετρέλαια, ἄνθρακες, συμ­φέροντα, ποὺ μεταφράζονται σὲ ρούβλια, δολ­λάρια, λίρες). Αὐτὰ εἶνε ἡ αἰτία τῶν πολέμων. Οἱ Ἕλληνες δὲν πολέμησαν γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια· πολέμησαν καὶ πολεμοῦν γιὰ τὴν ἐ­λευθερία καὶ τὴ δικαιοσύνη, γιὰ τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ μεγάλα.

* * *
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ ρωτήσῃ κάποιος· Δὲν ὑ­πάρχει φάρμακο γιὰ τὴν ἀσθένεια αὐτή; Ποιό εἶνε τὸ φάρμα­κο ἐναντίον τῆς φιλαργυρίας; Ὦ ἀδελφοί μου, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἡ ἀσθένεια αὐτὴ εἶνε ἀθερά­πευτη· ἀλλὰ μὴ ἀπελπισθοῦμε. Εἶνε μὲν δυσ­θεράπευτη ἀλλ᾽ ὄχι ἀθεράπευτη. Θεραπεύεται μὲ τὴ χάρι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ὁ Κύριος κατὰ τῆς φιλαργυρίας λέγεται ἐλεημοσύνη.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

‘Aπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 17-4-1968

1 reply »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s