ΔΙΕΘΝΗ

ΤΟ ΞΕΚΟΨΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ ΟΙ ΝΕΟΝΑΖΙ

Με πρωτοβουλία της Βαρσοβίας οι σκιές του παρελθόντος είχαν επανεμφανιστεί πολλές φορές στις γερμανοπολωνικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Το 2004 ειδική επιτροπή για το ζήτημα των επανορθώσεων είχε αποφανθεί ότι μόνο οι καταστροφές που είχε υποστεί η πολωνική πρωτεύουσα στη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου κοστολογούνται σε τουλάχιστον 45 δισεκατομμύρια δολάρια.

Την επιτροπή είχε συστήσει ο Λεχ Κατσίνσκι, δήμαρχος τότε της Βαρσοβίας και αδερφός του σημερινού πρωθυπουργού Γιάροσλαβ Κατσίνσκι. Το θέμα επανέρχεται συνεχώς στο προσκήνιο από τότε που τη διακυβέρνηση της Πολωνίας ανέλαβε το υπερσυντηρικό κόμμα «Νόμου και Δικαιοσύνης» (PiS).

Λίγο αφότου ανέλαβε καθήκοντα, ο πρωθυπουργός Κατσίνσκι έκανε λόγο για «ανοιχτούς λογαριασμούς από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο» με τη Γερμανία, επισημαίνοντας ότι δεν έχει ακόμη διευθετηθεί το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων. Με επιστολή του προς τον Κατσίνσκι ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και σημερινός πρόεδρος της χώρας Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ είχε απαντήσει ότι δεν υφίσταται νομική βάση για την καταβολή αποζημιώσεων προς την Πολωνία, ενώ επικαλέστηκε την «παραίτηση» της Βαρσοβίας, το 1953, από τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η Βαρσοβία αντιτείνει ότι, ως μέλος του τότε ανατολικού μπλοκ, είχε απλώς «εξαναγκαστεί» να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, υπό την ασφυκτική πίεση της Σοβιετικής Ένωσης.

«Ισχύει η παραίτηση του 1953»

Τώρα η Βαρσοβία πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα: ο Αρκάντιους Μουλάρτσικ, βουλευτής του κυβερνώντος PiS, ζητεί από το Κοινοβούλιο μία επίσημη εκτίμηση για τις πιθανότητες επιτυχούς διεκδίκησης αποζημιώσεων από τη Γερμανία, με βάση το διεθνές δίκαιο. Η απάντηση του Κοινοβουλίου αναμένεται στις 11 Αυγούστου. Νομικοί κύκλοι στη Γερμανία επιμένουν πάντως ότι το ζήτημα θεωρείται «λήξαν». Ήδη το 2004 ο Γιόχεν Φρόβαιν, πρώην επικεφαλής στο Ινστιτούτο Διεθνούς Δικαίου Max Planck, είχε επιμεληθεί ένα νομικό υπόμνημα επί του θέματος, από κοινού με πολωνό συνάδελφό του. Και τότε, όπως και σήμερα, ο Φρόβαϊν θεωρούσε «μάταιες» τις πολωνικές διεκδικήσεις, λέγοντας ότι «από νομικής απόψεως, το ζήτημα έχει διευθετηθεί και έχει λήξει». Επικαλείται σχετικά τη διεθνή συνθήκη, την αποκαλούμενη και «Συνθήκη 2 + 4» για την Επανένωση της Γερμανίας.
Επιπλέον ο Φρόβαϊν αντικρούει τον ισχυρισμό της Βαρσοβίας ότι η «παραίτηση» του 1953 δεν ισχύει, καθώς η τότε Πολωνία τελούσε ουσιαστικά υπό την κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης. «Η παραίτηση της Πολωνίας από τη διεκδίκηση αποζημιώσεων το 1953 παραμένει εν ισχύ» λέει ο Φρόβαϊν. Και συμπληρώνει: «Αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι η συνταγματική τάξη έχει αλλάξει και η Πολωνία δεν είναι πλέον κομμουνιστική χώρα. Με την ίδια λογική παραμένουν άλλωστε σε ισχύ πολλές άλλες διεθνείς συνθήκες που είχε συνυπογράψει η Πολωνία την εποχή εκείνη».

Βέλμαν: «Παράξενες αξιώσεις»

Παρεμφερείς απόψεις εκφράζουν και πολλοί γερμανοί πολιτικοί. Ο Κάρλ Γκέοργκ Βέλμαν, βουλευτής του κυβερνώντος χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU), υπενθυμίζει όχι μόνο τα όσα έγιναν το 1953, αλλά και τη σημερινή συνεισφορά της Γερμανίας στα κονδύλια της ΕΕ, από τα οποία ωφελείται και η Βαρσοβία. «Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στην Πολωνία ότι κάθε χρόνο λαμβάνει 14 δισεκατομμύρια ευρώ από τον κοινοτικό προϋπολογισμό» λέει ο Βέλμαν. Οι πληρωμές προς τη Βαρσοβία είναι οι υψηλότερες προς κράτος-μέλος της ΕΕ, προσθέτει, στην οποία η Γερμανία πληρώνει σήμερα τις υψηλότερες εισφορές, δηλαδή περίπου 4 δισεκατομμύρια ετησίως, εδώ και πολλά χρόνια. «Ας μην θέσουμε υπό αμφισβήτηση αυτή τη λογική» τονίζει ο Βέλμαν. Συμπληρώνει μάλιστα ότι «η Γερμανία ήταν πάντοτε στο πλευρό της Πολωνίας και στήριξε όσο καμία άλλη χώρα το αίτημά της να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ». Υπό αυτό το πρίσμα «κανείς στην Ευρώπη δεν κατανοεί, γιατί η Πολωνία τα θέτει υπό αμφισβήτηση όλα αυτά, προβάλλοντας παράξενες αξιώσεις».
Την «Ομάδα Φιλίας» του γερμανικού Κοινοβουλίου με την Πολωνία διευθύνει ο βουλευτής της Αριστεράς (Die Linke) Τόμας Νορντ. Κατά την άποψή του, η συζήτηση περί αποζημιώσεων δεν αποτελεί παρά πολιτικό ελιγμό της Βαρσοβίας στο «κάδρο» των συνεχών αντιπαραθέσεων με το Βερολίνο, αλλά και τις Βρυξέλλες. «Είναι εύκολο να επισημαίνει κανείς την ευθύνη της Γερμανίας για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άλλωστε είναι ορθό και δίκαιο από ηθικής απόψεως. Όταν κανείς συνδέει τη συζήτηση αυτή με το αίτημα περί αποζημιώσεων, αυξάνει και την ηθική πίεση προς τη γερμανική πλευρά και την αξιοποιεί για λόγους εσωτερικής πολιτικής. Μόνο που όλα αυτά δεν θεμελιώνονται σε επίπεδο διεθνούς δικαίου» λέει ο Νορντ. Αυτή είναι και η επίσημη θέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Απαντώντας πρόσφατα σε σχετική δημοσιογραφική ερώτηση, η εκπρόσωπος της κυβέρνησης Ουλρίκε Ντέμερ δήλωσε ότι «η Γερμανία συναισθάνεται την ευθύνη για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από πλευράς πολιτικής, ηθικής και οικονομικής», για να συμπληρώσει ωστόσο ότι «το ζήτημα των αποζημιώσεων έχει διευθετηθεί στο παρελθόν, νομικά και πολιτικά».

Πηγή: DW

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s